Η σύφιλη ανήκει στην κατηγορία των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων. Μπορεί να μεταδοθεί μέσω της επαφής με τα γεννητικά όργανα, το στόμα ή και το ορθό, όπως και μέσω της επαφής με πληγές ή εξανθήματα κατά τα πρώιμα στάδια της μόλυνσης.
Η σύφιλη είναι εξαιρετικά μεταδοτική και μπορεί να επηρεάσει οποιονδήποτε έρχεται σε σεξουαλική επαφή με ένα μολυσμένο άτομο. Ο ασθενής θα πρέπει να ζητήσει άμεσα ιατρική βοήθεια, καθώς η νόσος είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Αξίζει να σημειωθεί πως τα βακτήρια της σύφιλης μπορούν να παραμείνουν ανενεργά στο σώμα για δεκαετίες προτού ξαναγίνουν ενεργά.
Η σύφιλη είναι μια βακτηριακή λοίμωξη που μεταδίδεται συνήθως μέσω της σεξουαλικής επαφής, μέσω δηλαδή της επαφής του δέρματος ή της βλεννογόνου με τις πληγές που δημιουργούνται από τη νόσο. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και άλλοι τρόποι μετάδοσης, καθώς αυτό μπορεί να συμβεί και μέσω της μητέρας προς το αγέννητο παιδί.
Το μικρόβιο που προκαλεί τη σύφιλη ονομάζεται ωχρά σπειροχαίτη «Treponema Pallidum». Η ασθένεια ξεκινά ως μια ανώδυνη πληγή, η οποία συνήθως εντοπίζεται στα γεννητικά όργανα, στο ορθό ή στο στόμα. Η σύφιλη σε αρχικό στάδιο μπορεί να θεραπευτεί, μερικές φορές με μία μόνο δόση πενικιλίνης. Όμως, εάν δεν υπάρξει θεραπεία, η σύφιλη μπορεί να βλάψει σοβαρά διάφορα ζωτικά όργανα, όπως τον εγκέφαλο, την καρδιά κλπ. και μπορεί να γίνει απειλητική για τη ζωή του ασθενούς.
Η σύφιλη εξελίσσεται σε διάφορα στάδια, καθένα από τα οποία χαρακτηρίζεται από διαφορετικά συμπτώματα:
Η ακριβής διάγνωση της σύφιλης είναι ζωτικής σημασίας για την έγκαιρη θεραπεία. Η διάγνωση της σύφιλης γίνεται εργαστηριακά με:
Η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία της σύφιλης είναι ζωτικής σημασίας. Εάν η νόσος διαγνωστεί στα αρχικά της στάδια, τότε είναι απόλυτα θεραπεύσιμη. Γι’ αυτό τον λόγο, εάν κάποιος ασθενής έχει και την παραμικρή υποψία, είναι σημαντικό να επισκεφτεί άμεσα έναν εξειδικευμένο δερματολόγο-αφροδισιολόγο.
Όταν διαγνωστεί και αντιμετωπιστεί στα αρχικά της στάδια, η σύφιλη θεραπεύεται εύκολα.
Η προτιμώμενη θεραπεία σε όλα τα στάδια είναι η πενικιλίνη. Το συγκεκριμένο αντιβιοτικό παρέχει πλήρη ίαση της λοίμωξης. Η δόση του φαρμάκου διαφέρει ανάλογα με το στάδιο της σύφιλης.
Εάν ο ασθενής παρουσιάζει αλλεργία στην πενικιλίνη, τότε ο ιατρός θα προτείνει άλλα αντιβιοτικά ή θα προχωρήσει στη διαδικασία απευαισθητοποίησης της πενικιλίνης, η οποία και θα έχει ως αποτέλεσμα να επιτραπεί στον ασθενή να λάβει με ασφάλεια το αντιβιοτικό. Εάν η σύφιλη είναι σε πρώιμα στάδια, τότε ο ασθενής χρειάζεται να λάβει μόνο μία δόση πενικιλίνης. Στην περίπτωση που η νόσος είναι προχωρημένη, μπορεί να χρειαστεί η λήψη επιπλέον δόσεων.
Η ίδια θεραπεία ισχύει και για τις εγκύους. Αξίζει να σημειωθεί πως ακόμη και αν η έγκυος ασθενής λάβει θεραπεία για τη σύφιλη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, το βρέφος μετά τη γέννηση θα πρέπει να υποβληθεί σε εξέταση για συγγενή σύφιλη και εάν έχει μολυνθεί, να λάβει αντιβιοτική θεραπεία.
Εκτός από την περίπτωση που ο ασθενής μπορεί να παρουσιάσει αλλεργική αντίδραση στην πενικιλίνη, η θεραπεία της σύφιλης μπορεί να έχει και κάποιες άλλες παρενέργειες. Η συνηθέστερη είναι η αντίδραση Jarisch- Herxheimer, που εάν εκδηλωθεί, θα συμβεί την πρώτη μέρα της θεραπείας. Τα κύρια συμπτώματα αυτής της αντίδρασης είναι ο πονοκέφαλος, η ναυτία, ο πυρετός και η ρίγη. Αλλά δεν πρόκειται για κάτι σοβαρό και τα συμπτώματα διαρκούν μόλις μία ημέρα.
Οι τακτικοί έλεγχοι με δερματολόγο είναι απαραίτητοι για άτομα που διατρέχουν κίνδυνο σύφιλης ή για άτομα με ιστορικό μόλυνσης. Οι δερματολόγοι μπορούν να κάνουν τις απαραίτητες εξετάσεις, να παρακολουθούν τη συνολική υγεία σας και να παρέχουν καθοδήγηση σχετικά με τις στρατηγικές πρόληψης.
Επίσης, θα πρέπει να γίνει κατανοητό σε όλους ότι η θεραπεία της σύφιλης δεν μας παρέχει προστασία εφ’ όρου ζωής, καθώς μελλοντική επαφή με το υπεύθυνο βακτήριο θα προκαλέσει επανεμφάνιση της νόσου με τα ίδια ακριβώς συμπτώματα.
Η σύφιλη είναι μια σοβαρή σεξουαλικώς μεταδιδόμενη λοίμωξη που μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές συνέπειες για την υγεία, εάν αφεθεί χωρίς θεραπεία. Η αναζήτηση έγκαιρης διάγνωσης και θεραπείας από έναν εξειδικευμένο δερματολόγο είναι απαραίτητη για τη σωστή διαχείριση και την πρόληψη των επιπλοκών.
Εάν έχετε ανησυχίες σχετικά με τη σύφιλη ή οποιαδήποτε άλλη πάθηση του δέρματος, μη διστάσετε να κλείσετε ένα ραντεβού.